ομιλίες
28.03.2012

Ομιλία στην ολομέλεια της Βουλής για την κύρωση της απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που τροποποιεί το άρθρο 136 της ΣΛΕΕ.

Ομιλία στην ολομέλεια της Βουλής για την «Κύρωση της απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που τροποποιεί το άρθρο 136 της ΣΛΕΕ, της συνθήκης για τη θέσπιση του ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθερότητας και της συνθήκης για τη σταθερότητα, το συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην οικονομική και νομισματική ένωση»

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η βαθιά κρίση των τελευταίων ετών έχει αναδείξει σε ευρωπαϊκό επίπεδο ένα τριπλό δραματικό έλλειμμα, το οποίο είχε και έχει άμεσες επιπτώσεις στη δική μας χώρα. Ένα έλλειμμα συστημικό όσον αφορά τη συγκρότηση και τη λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, καθώς ήταν σαφές ότι υπήρχε μία μονόπλευρη έμφαση στην νομισματική πολιτική χωρίς καμία πρόβλεψη όσον αφορά το οικονομικό και αναπτυξιακό σκέλος της Ευρωζώνης. Ένα έλλειμμα βαθιά πολιτικό, καθώς είδαμε όλα αυτά τα χρόνια την καθυστέρηση, την αποσπασματικότητα, την ανακολουθία της ευρωπαϊκής ηγεσίας και των θεσμικών οργάνων, προκειμένου να αντιμετωπίσουν έγκαιρα και αποτελεσματικά την κρίση.

Θα θυμόμαστε όλοι την περίφημη θεωρία της στεγανοποίησης όσον αφορά την Ελλάδα, δηλαδή τη στενόμυαλη αντίληψη που εκφραζόταν τον πρώτο καιρό, ότι εφ’ όσον περιορίσουμε το πρόβλημα στην Ελλάδα και το χειριστούμε, τότε δεν θα δούμε επιπτώσεις στην υπόλοιπη Ευρώπη. Κάτι βέβαια που δεν αποφεύχθηκε καθώς η κρίση έχει αγγίξει την ευρύτερη περιφέρεια της Ευρωζώνης και φυσικά έχει εγκατασταθεί πλέον στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και πάνω απ’ όλα ένα μεγάλο στρατηγικό έλλειμμα προσανατολισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία βλέπουμε να κυριαρχεί ένας συντηρητικός νεοφιλελεύθερος συσχετισμός δυνάμεων, που μονόπλευρα, μέσα από την άσκηση μίας δημοσιονομικής πολιτικής λιτότητας και πειθαρχίας νομίζει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Την ώρα βέβαια, που βλέπουμε συνεχώς να διευρύνονται τα προβλήματα με την ύφεση να αυξάνονται οι φωνές στην Ευρώπη για την εξισορρόπηση αυτής της πολιτικής

Είναι αλήθεια ότι τα δύο τελευταία χρόνια ήταν μία επώδυνη περίοδος. Η Ευρώπη έστω και αποσπασματικά αναγκάστηκε από τις εξελίξεις και από την κρίση να πάρει μέτρα, να πάρει αποφάσεις. Και εδώ η χώρα μας είχε έναν πρωτεύοντα ρόλο γιατί είχε το άμεσο πρόβλημα. Γιατί, έπρεπε για την Ελλάδα κατ’ αρχάς να υπάρξει ένας μηχανισμός στήριξης και στη συνέχεια βέβαια και για τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, που αντιμετώπιζαν τα ίδια προβλήματα.

Όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά, και ιδιαίτερα όσοι έχουμε ζήσει από μέσα τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, ότι η Ευρώπη δυστυχώς μέσα από ανακολουθίες, καθυστερήσεις, αντιφάσεις προχωράει. Δεν υπάρχει το μαύρο και το άσπρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπάρχει ένα πεδίο συνεχούς αγώνα και προσπάθειας σε πολιτικό, κοινωνικό επίπεδο και φυσικά μέσα από σκληρή διαπραγμάτευση και συγκρότηση συμμαχιών.

Έχοντας αυτό το πλαίσιο υπόψη και αυτά τα χαρακτηριστικά θέλω να τοποθετηθώ στα βασικά σημεία αυτού του νομοσχεδίου, που προτείνεται σήμερα και συζητείται στη Βουλή.

Πρώτα απ’ όλα όσον αφορά το άρθρο 1 και το άρθρο 2 με το οποίο γίνεται η αναθεώρηση της Συνθήκης της Λισσαβόνας προκειμένου να υπάρχει ένας μόνιμος μηχανισμός στήριξης, κάτι το οποίο είναι σημαντικό και θετικό. Έρχεται να καλύψει εν μέρει αυτό το μεγάλο συστημικό έλλειμμα που είχε η ΟΝΕ. Δηλαδή, πώς θα αντιμετωπίσει και θα στηρίξει την Ευρωζώνη και τα κράτη – μέλη σε περίοδο κρίσης και πώς θα λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός.

Εδώ υπάρχουν δύο μεγάλες παρατηρήσεις. Πρώτα απ’ όλα ότι η ίδια η πρόβλεψη για τον μόνιμο μηχανισμό στήριξης εξελίχθηκε. Έχουν γίνει πολλές αλλαγές, υπήρξαν και παλινωδίες, Θα θυμόσαστε στην αρχή, μετά το Ντοβίλ, την απόφαση για τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και τι καταστροφικές συνέπειες είχε και για την Ελλάδα, αλλά και για την Πορτογαλία και την Ιρλανδία. Είχε και θετικές εξελίξεις, όπως αυτές διαμορφώθηκαν από τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια που ακολούθησαν. Και εκεί έπαιξε ρόλο και η δική μας χώρα όταν αποφασίστηκε ότι αυτός ο μηχανισμός θα έχει τη δυνατότητα παρέμβασης στη δευτερογενή και στην πρωτογενή αγορά.

Από εκεί και πέρα, αυτός ο μηχανισμός πρέπει να στηριχθεί πολύ περισσότερο, πρέπει να έχει τις αναγκαίες πιστώσεις για να μπορεί να παρεμβαίνει και να δημιουργεί το αίσθημα και τη δυνατότητα αποτελεσματικής παρέμβασης και ασφάλειας στην ευρωζώνη.

Δεν αρκεί όμως αυτό. Έχει γίνει ένα βήμα, αλλά δεν αρκεί από μόνο του. Απαιτείται από την πλευρά της Ευρωζώνης αλλά και ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η συνολική αντιμετώπιση της κρίσης που είναι ακόμα εδώ. Ακόμα και αν κάποιοι από τους ηγέτες της Ευρώπης θέλουν να μην το αντιμετωπίζουν, πρέπει συμπληρωματικά να ληφθούν και άλλα μέτρα.

Πρέπει το ευρωομόλογο, το οποίο έφτασε μέχρι και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να το προτείνει, να προχωρήσει. Πρέπει ο φόρος χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στηρίζει να προχωρήσει, και πάνω απ’ όλα πρέπει να γίνει μια πολύ σοβαρή συζήτηση και ως προς το ρόλο του ESM . Για το αν θα μετεξελιχθεί σε ένα πιστωτικό ίδρυμα που θα μπορεί να παρεμβαίνει στην Ευρωζώνη, και για το ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πώς αυτός θα μπορούσε να γίνει πιο παρεμβατικός.

Το τρίτο θέμα που έρχεται το συγκεκριμένο νομοσχέδιο να αντιμετωπίσει αφορά τη νέα Δημοσιονομική Συνθήκη. Πρώτα απ’ όλα είναι σαφές ότι αποτελεί μονομερή αντιμετώπιση των ζητημάτων της διακυβέρνησης της Ευρωζώνης, αλλά και ευρύτερα, καθώς πλέον τη δημοσιονομική συνθήκη την έχουν υπογράψει τα 25 από τα 27 κράτη – μέλη της Ένωσης.

Αυτό κατ’ αρχάς θέλω να τονίσω ότι είναι θετικό, το ότι έχει υπογραφεί σχεδόν από όλα τα κράτη – μέλη, πλην δύο, αφού ξεπεράστηκε ο φόβος που υπήρχε στην αρχή, ότι θα δημιουργούσε έναν σκληρό πυρήνα εντός της Ευρωζώνης, προκαλώντας διαφορετικές ταχύτητες.

Άρα είδαμε το αντίθετο. Είδαμε δηλαδή την προσπάθεια να αγκαλιάσει και να μπορέσει να εκφράσει ευρύτερα την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ταυτόχρονα, όμως, είναι σαφές ότι είναι ιδιαίτερα μονομερής και ετεροβαρής, γιατί κωδικοποιώντας σε μεγάλο βαθμό ρυθμίσεις που ήδη ισχύουν είτε με το ευρωπαϊκό εξάμηνο, είτε με τους κανονισμούς της Οικονομικής Διακυβέρνησης και ενισχύοντάς τους, έρχεται στην πράξη να δώσει έμφαση μόνο στα θέματα της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Εδώ θέλω να σημειώσω, ότι το κείμενο αυτό ήταν ακόμα πιο μονομερές και ετεροβαρές όταν πρωτοεμφανίστηκε. Υπήρξε όμως μια συστηματική προσπάθεια με τροπολογίες. Πρέπει να σας πω, ότι τότε ως Υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων είχα συνεργαστεί και με τους συναδέλφους του Υπουργείου Οικονομικών, αλλά και από άλλες χώρες κατατέθηκαν πολλές τροπολογίες. Θα αναφέρω τρία σημεία που θεωρώ σημαντικό ότι υπάρχουν μέσα στο κείμενο.

Πρώτα απ’ όλα στο προοίμιο υπάρχει η σαφής πρόβλεψη, ότι αυτή η δημοσιονομική συνθήκη δεν αφορά τις χώρες που είναι κάτω από πρόγραμμα και για ολόκληρη την περίοδο που είναι κάτω από αυτό. Επίσης στο προοίμιο, και εδώ είναι τραγική ειρωνεία, κατοχυρώσαμε μαζί με την Φινλανδία και τη Σουηδία ρητή αναφορά στο σεβασμό στους κοινωνικούς εταίρους και στον κοινωνικό διάλογο. Κάτι που, δυστυχώς, 10 μέρες μετά από τις 30 Ιανουαρίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή - και είναι υπόλογη φυσικά γι’ αυτό γιατί είναι θεματοφύλακας των Συνθηκών- και η Τρόικα ήρθαν και επέβαλαν με ιδεοληψία την κατάλυση των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων και την παραβίαση της εργασιακής νομοθεσίας στη χώρα μας.

Και το πιο κρίσιμο σχετικά με τον ρόλο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στο άρθρο 8. Να σας θυμίσω ότι στην αρχή είχαν επιχειρήσει, κυρίως οι Γερμανοί, ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αφορά στην εφαρμογή της Συνθήκης, δηλαδή στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Και τελικά, μετά και από δική μας παρέμβαση, αλλά και της πλειονότητας των κρατών – μελών ο ρόλος του Δικαστηρίου περιορίζεται αυστηρά στον έλεγχο της ενσωμάτωσης της Δημοσιονομικής Συνθήκης, όπως κάνει για κάθε κοινοτική νομοθεσία, απαλείφοντας και την ιδιαίτερα επικίνδυνη ρύθμιση που αφορούσε στην εμπλοκή των εθνικών δικαστηρίων σε ένα τέτοιο ζήτημα.

Κλείνοντας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, μ’ αυτές τις επιφυλάξεις και μ’ αυτές τις παρατηρήσεις και την κριτική που άσκησα, θα υπερψηφίσω αυτό το νομοσχέδιο. Και θέλω να αναφέρω τρεις λόγους για τη θετική μου ψήφο.

Πρώτα απ’ όλα πιστεύω ότι πρέπει να κατοχυρωθεί η θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Μια θέση όμως που σημαίνει και συνεχή διαπραγμάτευση, αγώνα και προσπάθεια. Πολύ περισσότερο όταν η έγκριση του Δημοσιονομικού Συμφώνου συνδέεται και με τη δυνατότητα συμμετοχής μιας χώρας στον Μόνιμο Μηχανισμό Στήριξης.

Ο δεύτερος λόγος είναι γιατί πιστεύω πραγματικά, από την ευρωπαϊκή μου εμπειρία, ότι την Ελλάδα και κάθε χώρα που έχει προβλήματα την συμφέρει να μην έχει διμερείς ειδικές συνθήκες και καθεστώτα, αλλά να συμμετέχει σε συλλογικούς θεσμούς, σε συλλογικά όργανα και να λαμβάνει μέρος στη λήψη των αποφάσεων.

Και ο τρίτος λόγος είναι μια πολιτική εκτίμηση. Θεωρώ ότι αυτές οι ρυθμίσεις, όπως έχει φανεί όλους αυτούς τους μήνες που έχουμε συνέχεια αλλαγές, αποτελούν μεταβατικές ρυθμίσεις που αποτυπώνουν το σημερινό συντηρητικό συσχετισμό των δυνάμεων και επίσης μία πολύ δύσκολη συγκυρία στην Ευρώπη. Η πραγματικότητα της κρίσης και της ύφεσης και η αλλαγή των συσχετισμών, όπως ελπίζουμε ξεκινώντας από τη Γαλλία, ελπίζω ότι θα ανοίξει ξανά τη συζήτηση, προκειμένου να μπορεί να γίνει πιο ισόρροπη και ολοκληρωμένη αυτή η προσέγγιση και για το μέρος που αφορά το αναπτυξιακό και κοινωνικό σκέλος και φυσικά της πολιτικής ενοποίησης.

βίντεο
16.12.2016 Ομιλία στην εκδήλωση Ecoleft για τις Διεθνείς εξελίξεις, την Ευρώπη και την Αριστερά
φωτογραφίες
18.04.2016 Ομιλία στην εκδήλωση της Ενωτική Κίνησης Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΕΚΕΑ), στο ξενοδοχείο «ΤΙΤΑΝΙΑ»