ομιλίες
15.01.2012

Ομιλία στην 12η Σύνοδο του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ

Συντρόφισσες και σύντροφοι, το να μιλάς στο τέλος έχει και αυτό ένα προνόμιο. Εγώ χαίρομαι που σήμερα είχα οκτώ ώρες πραγματικά την ευκαιρία και έκατσα με προσήλωση -είχαμε εξάλλου και ένα χρόνο να συνεδριάσουμε- και άκουσα όλους τους συντρόφους και τις συντρόφισσες.

Και πιστεύω ότι δώσαμε και ένα μήνυμα και ξεκινάω με το θετικό, ότι δηλαδή σε όλους αυτούς που πιστεύανε ότι αν συγκληθεί το Εθνικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ θα γίνει σπαραγμός και ρήξη, αποδείξαμε ότι εμείς εδώ έχουμε την παράδοση, την ιστορία, την ευθύνη να ξέρουμε πολύ καλά και να διαισθανόμαστε σε ποια φάση είναι η χώρα μας.

Το έχουμε αποδείξει εξάλλου όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια και ταυτόχρονα νομίζω ότι εκφράζουμε ο καθένας και η καθεμιά μας με τον τρόπο του και τις προσεγγίσεις του και την κυριολεκτικά υπαρξιακή αγωνία που ζούμε σήμερα για το Κίνημά μας.

Και σε καμία περίπτωση αυτή η υπαρξιακή αγωνία για το που πάει το ΠΑΣΟΚ δεν είναι μικροκομματική, δεν είναι επειδή έχουμε αγωνία για τις θέσεις μας και τις καρέκλες μας. Είναι γιατί συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι αυτό είναι για το όφελος της χώρας, το να υπάρχει ένα μεγάλο προοδευτικό Κίνημα, που είναι ο κορμός της ιστορικής δημοκρατικής παράταξης στη χώρα.

Δεν είναι ανεξάρτητο δηλαδή το ποιο θα είναι το ΠΑΣΟΚ της επόμενης μέρας, από το πού θα πάει η χώρα. Είναι λάθος να τα διαχωρίζουμε, είναι απόλυτα αλληλένδετα.

Επειδή, λοιπόν, είμαστε όλοι κουρασμένοι, εγώ αγαπητέ Πρόεδρε θα προσπαθήσω να είμαι σύντομη επιγραμματική και θα μείνω σε τρία θέματα, που για μένα είναι βασικά και κυρίαρχα στη συζήτηση που κάνουμε και στις αποφάσεις που θα πάρουμε σήμερα και στο επόμενο διάστημα.

Ζήτημα πρώτο: Πώς αποτιμούμε τη διετία της διακυβέρνησης από το 2009 μέχρι σήμερα. Πιστεύω, συντρόφισσες και σύντροφοι, ότι δεν μας τιμά, έρχεται να αυξήσει την αναξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, πλήττει τη δική μας αξιοπιστία και τελικά αυξάνει και την οργή του κόσμου, όταν ερχόμαστε εδώ και ιδιαίτερα άνθρωποι οι οποίοι έχουμε θητεύσει σε Κυβερνήσεις και λειτουργούμε με ισοπεδωτικά κριτήρια και με μια λογική να κρεμάσουμε τον Γιώργο Παπανδρέου από τα μανταλάκια και να του τα χρεώσουμε όλα, σε μια προσπάθεια να βγάλουμε εμείς τις ευθύνες μας. Νομίζω ότι δεν μας τιμά αυτό και ο κόσμος το καταλαβαίνει.

Από την άλλη, πρέπει να μιλήσουμε πολιτικά, δεν μπορούμε να πάμε μπροστά αν δεν κάνουμε αποτίμηση αυτής της διετίας, είναι κρίσιμο. Κι εδώ πρέπει να σας πω κι εγώ άκουσα με πάρα πολλή εκτίμηση και σεβασμό όλους τους συντρόφους κι επειδή συμμετείχα στις κυβερνήσεις και στις τρεις κυβερνήσεις από το 2009 μέχρι σήμερα, πρέπει να σας πω αγαπητοί σύντροφοι ότι δεν είναι αλήθεια ότι σε κάθε φάση που παίρναμε αποφάσεις οι αποφάσεις ήταν πάντα χωρίς ενστάσεις και επιφυλάξεις.

Υπήρχαν επιφυλάξεις έντονες και κάποια στιγμή για τον ιστορικό του μέλλοντος θα υπάρχουν και τα πρακτικά τα επίσημα του Υπουργικού Συμβουλίου. Εγώ προσωπικά και δεν έχω κανένα πρόβλημα να το πω, σε πολλές περιπτώσεις είχα έντονες επιφυλάξεις, δεν διανοούμαι όμως εγώ σήμερα να έρθω εδώ ενώ είμαι Υπουργός και δεν παραιτήθηκα και ψήφισα μαζί με τους συναδέλφους του Βουλευτές που περνάγανε ότι περνάγανε κάθε Σαββατοκύριακο που πήγαιναν στην περιφέρειά τους και να βγάλω την ουρά μου απέξω, δε θα το κάνω ποτέ αυτό, ούτε ηθικά ούτε πολιτικά είναι αυτό νομίζω σωστό του να γίνεται.

Άρα λοιπόν δεν μπορεί κανείς εκ των υστέρων να έρχεται και να προσπαθεί να βγάλει τις ενοχές του, να τα ρίχνει γενικώς και από την άλλη να αποφεύγει με αυτόν τον τρόπο την ουσιαστική πολιτική συζήτηση. Αν πρέπει να κάνουμε λοιπόν ουσιαστική πολιτική αποτίμηση των θετικών και των αρνητικών και των ευθυνών και όλοι μας έχουμε εμείς που ήμασταν Υπουργοί ευθύνες κι εγώ την αναλαμβάνω απόλυτα τη δική μου ευθύνη στο μέτρο που μου αναλογεί, είναι για έναν λόγο.

Διότι αν δεν κάνουμε πολιτική αποτίμηση και πάμε γενικώς σε διαδικασίες απολιτίκ εξπρές πασαρέλας, θα κάνουμε μια ιδεολογική και πολιτική θολούρα. Η μη αποτίμηση σημαίνει ότι δεν υπάρχει δέσμευση για το μέλλον και ειπώθηκε κι από άλλους συντρόφους, νομίζω ότι σε αυτή τη φάση είναι θεμιτές οι φιλοδοξίες, αλλά λευκή επιταγή δε δίνουμε σε κανέναν, όποιος και νάναι αυτός και όποιος και θεμιτά να έχει τη φιλοδοξία. Εδώ πρέπει σύντροφοι να αποτιμήσουμε την πορεία μας και να δεσμευτούμε για το μέλλον.

Και να σας πω κι εγώ τη γνώμη μου επιγραμματικά για τη διετία. Θεωρώ πραγματικά κι εδώ είναι ένα άλλο σημείο διαφωνίας μου με απόψεις που ακούστηκαν, ότι δεν είναι όλες οι αποφάσεις που πήραμε ίδιες κι ούτε μπορώ να δεχτώ τη λογική, Αντρέα μου επειδή σε βλέπω μπροστά είναι κάτι που είπες χθες, δεν το συμμερίζομαι όπως το εξέφρασες, ότι δηλαδή ό,τι είναι αναγκαστικό για τη χώρα αυτό είναι και η πολιτική μας.

Εγώ θα το έθετα λίγο διαφοροποιημένο, θα έλεγα ότι ήταν τριών ειδών οι αποφάσεις που πήραμε. Η πρώτη είναι αυτή που ανέφερε ο Αντρέας, οι αναγκαστικές αποφάσεις οι οποίες ήταν αναγκαστικές λόγω πίεσης, λόγω του να μην χρεοκοπήσουμε -δεν τα επαναλαμβάνω, τοποθετήθηκαν πάρα πολλοί σύντροφοι με πληρότητα- ήταν οριζόντιες πολλές αποφάσεις και ιδιαίτερα άδικες επειδή ήταν οριζόντιες και έγιναν κάτω από πίεση.

Και γιατί έχει σημασία να τις χαρακτηρίσουμε έτσι; Όχι για να ρίξουμε τώρα το ανάθεμα, αλλά για να ξέρουμε ότι εμείς έχουμε και μια άλλη προσέγγιση των πραγμάτων και κάποια στιγμή που οι συνθήκες θα το επιτρέψουν θα μπορούμε ξανά να τις ξαναδούμε αυτές τις αποφάσεις.

Δεύτερη κατηγορία, σκληρές αποφάσεις δύσκολες, οι οποίες όμως θα ήταν αναγκαίες για τη χώρα ούτως ή άλλως είτε ήμασταν στο μνημόνιο είτε όχι, οι διαρθρωτικές αλλαγές κι εκεί όντως αποφάσεις που πολιτικά απλώς τα προηγούμενα χρόνια διαχρονικά κι έχουμε κι εμείς ευθύνη τα βάζαμε κάτω από το χαλί και βολευόμασταν σε μια περίοδο ευημερίας.

Αλλά κι εκεί συντρόφισσες και σύντροφοι μπαίνει το θέμα των αξιών και της πολιτικής, γιατί το πώς κάνεις διαρθρωτική αλλαγή κι έρχεσαι να ανοίξεις τις αγορές σηκώνει ρύθμιση, σηκώνει δημόσιο συμφέρον κι αυτό ακόμα και η Ευρωπαϊκή Ένωση το αναγνωρίζει. Δεν μπορεί εμείς εδώ να είμαστε οι πιο ανεξέλεγκτοι και ασύδοτοι σε ολόκληρη την Ευρώπη και πολύ περισσότερο όταν μας εποπτεύουν ευρωπαϊκά όργανα.

Η τρίτη κατηγορία αποφάσεων κι εγώ θα το πω και θα το πω με ειλικρίνεια και τα έχω πει και στο Υπουργικό Συμβούλιο και γι΄ αυτό μπορώ και τα λέω, υπήρχαν οι λανθασμένες αποφάσεις, οι αποφάσεις δηλαδή οι οποίες πραγματικά ήρθαν κι αυτές μας πληγώσανε πιο πολύ από κάθε τι, άσκοπα κοινωνικά μέτωπα, όταν ερχόμασταν και καταγγέλλαμε κατηγορίες ολόκληρες κοινωνικών ομάδων χωρίς λόγο.

Όταν είχαμε την περίφημη θεωρία του λίπους, δηλαδή των αντοχών την ώρα που συζητούσαμε και βλέπαμε τα υφεσιακά προβλήματα και πολύ περισσότερο γιατί αυτό αφορά και το σήμερα και αφορά και τη νέα δανειακή σύμβαση και τις εξελίξεις που έχουμε τώρα, το ότι δεν μπορεί διάφορα κέντρα και παράκεντρα να τροφοδοτούν την τρόικα κάθε φορά με διάφορα ζητήματα τα οποία δε θέτει καν η ίδια η τρόικα και να τα βαφτίζουμε ότι είναι απαιτήσεις της τρόικα για να εξυπηρετούνται άλλου είδους σκοπιμότητες. Να είμαστε λοιπόν ανοιχτοί, υπήρχαν και οι τρεις κατηγορίες από αυτές τις αποφάσεις.

Αλλά ταυτόχρονα πρέπει συντρόφισσες και σύντροφοι να παραδεχτούμε ότι ο Γιώργος Παπανδρέου με έναν μοναχικό και θαρραλέο τρόπο κράτησε τη χώρα όρθια, πρώτα απ΄ όλα στο πιο δυσμενές και συντηρητικό περιβάλλον που υπήρχε στην Ευρώπη και αυτή είναι η πραγματικότητα.

Και εάν υπάρχει εκεί ένα ζήτημα κριτικής για μένα, είναι ότι κάποια στιγμή το περίφημο θέμα της συνταγής, επειδή το είχε θέσει η Νέα Δημοκρατία εμείς για λόγους επικοινωνιακούς και όχι ουσίας προσπαθούσαμε συνεχώς να πούμε τη λογική του μονόδρομου και της συνταγής, ότι δεν τη συζητάμε τη συνταγή, την ίδια ώρα που ο ίδιος ο Γιώργος Παπανδρέου έδινε μάχη για να αλλάξει τη συνταγή κι όπου εν πολλοίς από το Μάρτιο και μετά κάθε Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ερχόταν και άλλαζε τη συνταγή.

Για να φτάσουμε φυσικά στην 26η Οκτωβρίου, που να μην ξεχνάμε ποιος ήταν Πρωθυπουργός τότε που εξασφαλίστηκε και βέβαια να αναγνωρίσω και τη μεγάλη συμβολή του Αντιπροέδρου του Βαγγέλη Βενιζέλου, όπου πραγματικά η συνταγή μπήκε στο τραπέζι: βιωσιμότητα χρέους, συντεταγμένη αναδιάρθρωση με ευρωπαϊκές πλάτες και τα θέματα της ανάκαμψης, της ανάπτυξης, της αντιμετώπισης της ύφεσης. Μην ισοπεδώνουμε λοιπόν, δεν μας ταιριάζει. Να πάρουμε τα διδάγματα, γιατί με αυτά τα διδάγματα θα έρθουμε να καθορίσουμε το σήμερα και το επόμενο διάστημα.

Ζήτημα δεύτερο: Ποια είναι η στρατηγική μας για τη χώρα, ποια είναι η φυσιογνωμία μας. Νομίζω κι αυτό βγαίνει ομόφωνα, στηρίζουμε με ειλικρίνεια την Κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου, γιατί πραγματικά είναι μια Κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης, αλλιώς δεν μα συμμετείχαμε πιστεύω ποτέ σε μία Κυβέρνηση με την ακροδεξιά. Πιστέψτε με, το να είμαστε σε αυτό το τραπέζι για τον καθένα μας πολύ περισσότερο και βέβαια για όλους που τους στηρίζουν τους Βουλευτές είναι ένα θέμα, είναι ακριβώς η συγκυρία που μας κάνει.

Ταυτόχρονα όμως πρέπει να απαντήσουμε κάποια ζητήματα για την επόμενη ημέρα των εκλογών κι εγώ θα πω δύο θέματα, γιατί βέβαια την Κυβέρνηση αυτή τη στηρίζουμε για να ολοκληρώσει τα κρίσιμα θέματα -τα είπε ο Βαγγέλης Βενιζέλος με πάρα πολύ δραματικό τόνο- του PSI που είναι η μόνη χειροπιαστή ελπίδα βιωσιμότητας γι΄ αυτή τη χώρα και φυσικά τη νέα δανειακή σύμβαση.

Δύο ζητήματα λοιπόν για την επόμενη ημέρα, γιατί πρέπει να μιλήσουμε πολιτικά και δεν μπορεί να είναι απλώς μια ιστορία προσώπων η επόμενη ημέρα. Όντως πλέον φαίνεται ότι απομακρύνονται οι αυτοδύναμες Κυβερνήσεις, που βέβαια στην πολιτική ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις πως θα εξελιχθούν μετά από ένα διάστημα τα πράγματα.

Θα πάμε λοιπόν σε Κυβερνήσεις συνεργασιών; Δεν συμφωνούμε εμείς εδώ ότι πρέπει να είναι Κυβερνήσεις στη βάση προγραμματικής σύγκλισης, όταν μιλάμε πια για το μακροπρόθεσμο, αλλά το οποίο είναι κοντά, είναι μετά τις εκλογές;

Άρα βάσει ποίου προγράμματος και ποιων θέσεων θα γίνει η προγραμματική σύγκλιση για μια επόμενη Κυβέρνηση συνεργασίας που θα συμμετάσχει το ΠΑΣΟΚ; Ερώτημα κρίσιμο. Δεν περιμένω σήμερα να το απαντήσουμε, πρέπει όμως κάποια στιγμή, που δεν το άκουσα να το θέτει κανείς.

Ερώτημα δεύτερο, που έχει να κάνει με τη φυσιογνωμία και τη στρατηγική μας: Είναι αλήθεια και πρέπει να μιλάμε με ειλικρίνεια και ρεαλισμό κι εκεί θα συμφωνήσω με αυτό που είπε ο Αντρέας, ότι πρέπει να μιλάμε για το σήμερα με ειλικρίνεια και ρεαλισμό. Αλλά ταυτόχρονα κι αυτό νομίζω το είπε και ο Κώστας Σκανδαλίδης δε σταματάει η πολιτική, γιατί αν σταματάει η πολιτική σύντροφοι να φύγουμε απόψε και δε χρειάζεται να ξαναβρεθούμε.

Πολιτική λοιπόν σημαίνει ότι έχω περιθώρια επιλογών κι όπου δεν έχω τα φτιάχνω. Τι σημαίνει αυτό; Ότι εφόσον κλείσει -όπως όλοι ελπίζουμε και γι΄ αυτό αγωνιζόμαστε- το PSI και η δανειακή σύμβαση, θα έχουμε δύο σκληρά πλαίσια.

Θα έχουμε το πλαίσιο της νέας δανειακής σύμβασης το οποίο θα μας ακολουθεί για τα επόμενα χρόνια και μας βάζει ήδη μια οριοθέτηση της πολιτικής μας και θα έχουμε και το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο με τη νέα δημοσιονομική συνθήκη, η οποία κι αυτή μας βάζει όρια. Άρα κινούμαστε ήδη σε δύο όρια, όμως αυτά τα δύο όρια έχουν τρεις παραμέτρους περιθωρίου, που εκεί μπαίνει η ιδεολογική και πολιτική συζήτηση και πρέπει να την κάνουμε πριν τις εκλογές.

Περιθώριο πρώτο, οι ίδιες οι ευρωπαϊκές εξελίξεις. Οι ευρωπαϊκές εξελίξεις δεν είναι στατικές συντρόφισσες και σύντροφοι, είναι σε συνεχή εξέλιξη. Πρώτα απ΄ όλα γιατί αυτή τη στιγμή η ίδια η Ευρώπη αναγκάζεται επειδή η κρίση είναι στον πυρήνα της Ευρωζώνης να παίρνει όλο και περισσότερες ευρωπαϊκές αποφάσεις, άρα εκεί εμείς θα επηρεαστούμε κι ελπίζουμε θετικά στο μέλλον μέσα από τη διαπραγμάτευση.

Και το δεύτερο, ότι θα αλλάξει και ο συσχετισμός στην Ευρώπη, που ο συσχετισμός αυτός ήταν ο πιο αρνητικός στην πιο αρνητική στιγμή, ξεκινώντας όμως από το Μάιο και τις εκλογές στη Γαλλία, όταν λοιπόν όπως φαίνεται αλλάξει η πολιτική της Γαλλίας θα είναι μια δραματική αρχή αλλαγής συσχετισμού.

Περιθώριο δεύτερο, που έχει να κάνει με τις δικές μας επιλογές, μέσα είναι αυτά τα στενά περιθώρια κι εκεί πρέπει να πάρουμε θέση και πρέπει να το πούμε για την επόμενη ημέρα και γι΄ αυτό πρέπει να γίνει εγώ υποστηρίζω μια προγραμματική συνδιάσκεψη και να αρχίσει από αύριο κιόλας αυτή η διαδικασία. Ας γίνει μέσα σε είκοσι μέρες, πολύ γρήγορα, αλλά δεν μπορούμε να πάμε στα τυφλά κι έχει να κάνει με το πώς ανασυγκροτούμε την παραγωγική μας βάση, που πάνε οι επενδύσεις, τι πιστεύουμε για τον στρατηγικό τομέα της χώρας μας.

Έχει να κάνει κι αυτό αφορά και τώρα και πρέπει να υπάρχουν κόκκινες γραμμές και το είπαν πολλοί σύντροφοι αυτό, ότι δεν μπορεί εμείς να δεχτούμε ότι ανταγωνιστικότητα είναι να γίνουμε Βουλγαρία, όπως βλέπουμε παντού αυτή τη στιγμή να αναδεικνύεται ή να είναι εις βάρος μόνο των εργαζομένων και του μισθολογικού κόστους κι αυτά είναι ζητήματα που μας αφορούν άμεσα και πρέπει τώρα να πάρουμε θέση κι αυτά είναι ζητήματα τα οποία πρέπει να μας καθορίσουν και την πορεία μας στο μέλλον.

Ούτε μπορεί να υπονομεύουμε ή να θεωρούμε ότι η συλλογική διαπραγμάτευση και η συλλογική αυτονομία είναι θέμα το οποίο είναι σε διακύβευμα, όχι ίσα-ίσα δεν μπορεί να γίνει και αυτό είναι θέμα των επόμενων ημερών και φυσικά στο μέλλον. Και από κει και πέρα, το τρίτο σημείο έχει να κάνει μέσα στις ίδιες προτεραιότητες που θέτουμε και εξαντλούμε στα περιθώρια εφαρμογής των πολιτικών μας. Άρα αυτή η συζήτηση πρέπει να γίνει.

Κι έρχομαι στο τρίτο σημείο, τα θέματα της ενότητας και των διαδικασιών μας, γιατί από δω πρέπει να φύγουμε με ένα συμπέρασμα. Η ενότητα συντρόφισσες και σύντροφοι κι εγώ τουλάχιστον 31 χρόνια στο ΠΑΣΟΚ έχοντας βιώσει όλες τις κρίσεις του ΠΑΣΟΚ, έχω δει ένα πράγμα, ότι η ενότητα δεν είναι το να γίνονται συμφωνίες κορυφής ή παρασκηνίου.

Η ενότητα είναι να μπορούμε να μιλάμε πολιτικά και να μπορούμε μετά να είμαστε όλοι μαζί, γιατί έτσι έχουμε ένα αυτόνομο και δυνατό κίνημα. Η ενότητα είναι πολιτικός όρος και ως έτσι έχει αξία σήμερα για την Ελλάδα να μείνει ενωμένο το ΠΑΣΟΚ, με πολιτικούς όρους, προγραμματικούς όρους και μια τέτοιου τύπου ενότητα.

Και τις διαδικασίες εγώ δεν τις φοβάμαι, ακόμα και σε αυτή την τόσο δύσκολη συγκυρία εγώ θυμάμαι ότι μετά το ΄89 ήρθε το συνέδριο του ΄90 που επανένωσε το ΠΑΣΟΚ. Θυμάμαι τη δύσκολη φάση μετά το ΄96, θυμάμαι το 2004 και το 2007, που τότε θα μου πείτε ήταν άλλες οι συνθήκες, δεν κινδύνευε η ίδια η χώρα να βουλιάξει, όμως μέσα από τη διαδικασία μπορέσαμε να βρούμε τον πολιτικό μας βηματισμό. Άρα λοιπόν ούτε διευθετήσεις, ούτε συμφωνίες πίσω από τα παρασκήνια.

Εγώ προσωπικά, γιατί θέλω να πω τη δική μου στάση, εγώ προσωπικά αναγνωρίζω στο Γιώργο Παπανδρέου το δικαίωμα, αν επιθυμούσε, να ηγηθεί των εκλογών και να κριθεί από το λαό, του το αναγνωρίζω αυτό το δικαίωμα. Και πιστεύω επίσης ότι αν είχε επιλεγεί αυτό θα είχαμε πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα μετά τις εκλογές για πιο ανοιχτή και ουσιαστική πολιτική διαδικασία.

Δεν επελέγη αυτό, το σέβομαι, το συμμερίζομαι, ότι αποφασίσουμε εδώ πλειοψηφικά εγώ θα συνταχθώ και θα το στηρίξω και θα δώσω τη μάχη για τις δικές μου απόψεις, όπως τις έχω δώσει είτε ήμουνα σε μειοψηφικές είτε σε πλειοψηφικές απόψεις τριάντα χρόνια.

Αλλά από κει και πέρα η ενότητά μας σημαίνει ότι θα κάνουμε πολιτική συζήτηση, θα σεβαστούμε το καταστατικό μας και θα πάμε με διαδικασίες που πάνω απ΄ όλα δεν μας προσβάλουν και στέλνουν ένα μήνυμα στον ελληνικό λαό, ότι δεν είναι εδώ μία εσωτερική «κουζίνα» που δεν τους αφορά, αλλά τους αφορά άμεσα.

Σας ευχαριστώ πολύ.

βίντεο
16.12.2016 Ομιλία στην εκδήλωση Ecoleft για τις Διεθνείς εξελίξεις, την Ευρώπη και την Αριστερά
φωτογραφίες
18.04.2016 Ομιλία στην εκδήλωση της Ενωτική Κίνησης Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΕΚΕΑ), στο ξενοδοχείο «ΤΙΤΑΝΙΑ»