ομιλίες
19.10.2011

Ομιλία στη συζήτηση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομικών «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής Μεσοπροθέσμου»

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η συζήτηση του πολυνομοσχεδίου και η ψήφιση και ολοκλήρωση της διαδικασίας αύριο, γίνεται σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή όλης αυτής της προσπάθειας που καταβάλλει ο ελληνικός λαός με μεγάλες και επώδυνες θυσίες. Όπως και η συλλογική προσπάθεια όλων μας, της χώρας μας, να μπορέσουμε να σταθούμε, να αντιμετωπίσουμε την κρίση και να κατορθώσουμε να πετύχουμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο το πλαίσιο εκείνο και τις προϋποθέσεις που θα μας επιτρέψουν, μέσα στη σταθεροποίηση της Ευρωζώνης, να ανοίξουμε την προοπτική για την ανάκαμψη και την ανάπτυξη της οικονομίας. Επειδή όλη αυτή η συζήτηση διεξάγεται σε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα, και έξω και μέσα στη Βουλή, στην αγωνία, την αγανάκτηση, το φόβο, την ανασφάλεια που αισθάνονται οι Έλληνες πολίτες, οι μικρομεσαίοι, οι εργαζόμενοι, οφείλουμε να τη θέτουμε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο, που καταλήγει αυτή τη βδομάδα με τη διαπραγμάτευση που θα έχει ο Πρωθυπουργός στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Ευρωζώνης την Κυριακή στις 23 Οκτωβρίου.

Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα σε αυτό το θέμα καθώς αυτή ακριβώς η προσπάθεια και αυτή η διαπραγμάτευση, η οποία είναι μία συνεχής μάχη, έρχεται να ενισχυθεί μέσα από τις αποφάσεις που λαμβάνουμε εδώ, στην Ελληνική Βουλή. Μέσα από τη δέσμευση που επιδεικνύουμε, τη συνέπεια και την αξιοπιστία σε αυτά που αναλαμβάνουμε. Αλλά, πάνω απ’ όλα γιατί από την έκβαση αυτής της δύσκολης και συνεχούς διαπραγμάτευσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι που τελικά θα κριθεί και η ίδια η προοπτική της ελληνικής προσπάθειας και αυτό που τελικά ζητάει καθημερινά ο ελληνικός λαός. Δηλαδή απαιτεί από μας και το αισθανόμαστε απόλυτα, έχουμε αίσθηση της ευθύνης, την ειλικρίνεια, τη δέσμευση και την αναγκαία προοπτική.

Αγαπητοί συνάδελφοι, είναι αλήθεια ότι η απόφαση που έχει ληφθεί στις 21 Ιουλίου, υπήρξε ένα σημαντικό κεκτημένο στην κορύφωση αυτής της διαπραγμάτευσης για τη χώρα μας. Δηλαδή, ότι μπορέσαμε να συνδυάσουμε σε ένα κείμενο αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφενός την αναγκαία ενίσχυση των μηχανισμών εκείνων που καλούνται να συμβάλουν στην αντιμετώπιση της κρίσης σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως είναι ο ρόλος του μηχανισμού του EFSF και αργότερα του ESM, σε σχέση με την πρωτογενή και δευτερογενή αγορά και στην ουσία την ουσιαστική στήριξη σε αυτή τη διαδικασία των χωρών που έχουν πρόβλημα και συνολικά της Ευρωζώνης. Φυσικά αυτό είναι ένα πρώτο βήμα στα πολλά άλλα επόμενα θεσμικά και πολιτικά βήματα που οφείλει η Ευρώπη να κάνει. Το βασικό όμως, για τη χώρα μας είναι ένα τρίπτυχο αποφάσεων το οποίο έρχεται πρώτον, να συνδυάσει τη συνέχεια της στήριξης της χώρας μας για τα επόμενα χρόνια προκειμένου να μπορέσει να ολοκληρώσει με ασφάλεια, σε ένα εγγυημένο πλαίσιο, τις αναγκαίες δημοσιονομικές και διαρθρωτικές αλλαγές. Δεύτερον, τη βιωσιμότητα του χρέους και τη βιώσιμη εξυπηρέτησή του, για να μπορέσει να έχει αντίκρισμα όλη αυτή η προσπάθεια και οι θυσίες. Και, το τρίτο και το πιο κρίσιμο απ’ όλα, μία ουσιαστική στήριξη στην κρίσιμη αναπτυξιακή προσπάθεια που οφείλουμε με πολύ πιο γρήγορα βήματα και αποτελεσματικότητα να αναλάβουμε, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την ύφεση και να δημιουργήσουμε όρους ανάκαμψης.

Αυτό το κεκτημένο της 21ης Ιουλίου θεωρούμε ότι είναι η βάση για οποιαδήποτε συζήτηση αυτή τη στιγμή γίνεται, προκειμένου να υπάρξει περαιτέρω ενίσχυση και βελτίωση αυτών των σημείων που αποφασίστηκαν. Και τίθενται τρία εύλογα ερωτήματα τα οποία οφείλουμε να απαντήσουμε σε αυτή την αίθουσα, καθώς συνδυάζονται απόλυτα σε μία στιγμή που συζητάμε και καλούμαστε να ψηφίσουμε ένα τόσο δύσκολο και επώδυνο νομοσχέδιο για να δώσουμε ακριβώς αυτή την αναγκαία προοπτική. Για να απαντήσω και στον κύριο Τασούλα προηγούμενα, ότι όλες αυτές οι θυσίες φυσικά και δεν γίνονται μάταια αλλά είναι θυσίες οι οποίες έχουν αντίκρισμα και προοπτική, και φυσικά ο Πρωθυπουργός πρώτα απ’ όλα, αλλά και συνολικά η Κυβέρνηση, δίνουμε συνεχείς μάχες και διαπραγματεύσεις στην Ευρώπη με συγκεκριμένα αποτελέσματα και επιτυχίες.

Τρία ερωτήματα λοιπόν πολύ σύντομα και κωδικοποιημένα. Ερώτημα πρώτο: Αφού ήταν κεκτημένη η απόφαση της 21ης Ιουλίου γιατί ξανανοίγει τώρα σε Ευρωπαϊκό επίπεδο; Εδώ η απάντηση, αγαπητοί συνάδελφοι, είναι πρώτα απ’ όλα ότι σε επίπεδο Ευρωπαϊκής ηγεσίας υπάρχει σίγουρα καθυστέρηση, ανακολουθία και έλλειψη πολιτικής αποφασιστικότητας. Δυστυχώς η Ευρώπη αποσπασματικά και με πολύ αργά βήματα έρχεται να απαντήσει στα κρίσιμα θέματα που οφείλει να απαντήσει, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά συνολικά για την κρίση και τη σταθερότητα και την προοπτική της Ευρωζώνης. Έχουν προκύψει νέα δεδομένα, και αυτή είναι και η συζήτηση που γίνεται στο Συμβούλιο Υπουργών, τα οποία δεν έχουν να κάνουν μόνο και τόσο με την Ελλάδα όσο έχουν να κάνουν συνολικά με τη συνειδητοποίηση επιτέλους του συστημικού, θεσμικού, πολιτικού και οικονομικού προβλήματος της Ευρωζώνης, άλλο αν ακόμα δεν έχουν φθάσει σε ένα σημείο να το αντιμετωπίζουν με ολοκληρωμένο τρόπο –αναφέρθηκε και ο Μίμης ο Ανδρουλάκης πριν σε αυτό– και το φόβο που απορρέει από την επέκταση και τους κινδύνους που δημιουργεί πλέον η κρίση συνολικά στην Ευρωζώνη, αλλά και σε ισχυρές οικονομίες, όπως είναι η Ιταλική. Έχει να κάνει με τα συμπτώματα επιβράδυνσης που πλέον είναι ορατά όχι μόνο στην Ευρώπη που έχουμε πλέον καθαρά υφεσιακά στοιχεία, αλλά στο ευρύτερο διεθνές πλαίσιο και στις Ηνωμένες Πολιτείες και αυτό είναι από τα ζητήματα που τίθενται επιτακτικά και στη συζήτηση που θα γίνει το αμέσως επόμενο διάστημα και στη συνάντηση των G20. Έχει να κάνει με το ζήτημα των τραπεζών και τη σχέση με το EFSF και το πώς θα υποστηριχθούν όχι οι τράπεζες ως τραπεζίτες, αλλά ως τραπεζικό σύστημα αφενός στην αντιμετώπιση του προβλήματος της κρίσης χρέους και αφετέρου με την αναγκαία ρευστότητα για την ανάκαμψη συνολικά της Ευρωπαϊκής οικονομίας. Και έχει φυσικά να κάνει –και εδώ είναι και το κρίσιμο θέμα που μας αφορά– με το πώς η συντεταγμένη προσπάθεια για την αντιμετώπιση του ελληνικού θέματος θα γίνει με όρους που να δημιουργούν συνολική ασφάλεια πρώτιστα στην Ελλάδα και πάνω απ’ όλα αποτελεσματικότητα, και εδώ αναφέρομαι κυρίως στο ζήτημα της βιωσιμότητας του χρέους.

Δεύτερο κρίσιμο ερώτημα: Με ποιο πλαίσιο διαπραγμάτευσης και με ποια δυναμική διαπραγμάτευσης πηγαίνει ο Πρωθυπουργός και η χώρα μας σε αυτήν την κρίσιμη Σύνοδο την επόμενη Κυριακή; Πρώτα απ’ όλα μία σαφής και κατηγορηματική απάντηση, γιατί ακούμε συνεχώς αυτήν την περίφημη ιστορία του αν η χώρα μας διαπραγματεύεται ή όχι. Αγαπητοί συνάδελφοι, η διαπραγμάτευση είναι συνεχής, είναι επίπονη, είναι σκληρή, γίνεται σε έναν πολύ δυσμενή και αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων και επειδή με πολύ μεγάλη ευκολία ακούγεται από την Αξιωματική Αντιπολίτευση, η οποία θα περιμέναμε να προσφέρει πιο ουσιαστικά σε αυτές τις κρίσιμες ώρες στην εθνική διαπραγμάτευση σε επίπεδο Βρυξελλών, αντί να κάνει προσωπικές επιθέσεις στο πρόσωπο του Πρωθυπουργού. Ακούμε συνεχώς το μύθο περί του τι κάνει η Πορτογαλία και η Ιρλανδία.

Εδώ θα ήθελα, αγαπητοί συνάδελφοι, να σας αναφέρω δύο χαρακτηριστικά στοιχεία, ότι η Ελλάδα όχι μόνο διαπραγματεύεται επειδή οφείλει να το κάνει αυτό για τα δικά της ζητήματα, αλλά μέσα από τη δική μας διαπραγμάτευση κατοχυρώνουμε θέματα και ανοίγουμε δρόμους και για την Πορτογαλία και για την Ιρλανδία. Να σας πω δύο παραδείγματα πρόσφατα, των τελευταίων δύο μηνών. Παράδειγμα πρώτο, ότι επειδή εμείς κατοχυρώσαμε την 21η Ιουλίου τα χαμηλά επιτόκια του 3,5%, ήρθε στη συνέχεια το Eurogroup και το Ecofin και τώρα θα επιβεβαιωθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ότι θα υπάρξουν τα ίδια πλεονεκτήματα όσον αφορά την Πορτογαλία και την Ιρλανδία, άρα λοιπόν το αντίστροφο από αυτό που ισχυρίζεστε. Όπως επίσης και για το κρίσιμο θέμα της ανάπτυξης ξέρετε πολύ καλά ότι η Ελλάδα έχει δώσει μία μάχη με επιτυχία, ώστε πλέον να εισηγείται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και θα επιβεβαιωθεί και στο Συμβούλιο, προκειμένου ακριβώς λόγω της ύφεσης και της αδυναμίας που έχουμε στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, να μειωθεί στο 5% η εθνική συμμετοχή στη συγχρηματοδότηση των κρίσιμων για την αναπτυξιακή πορεία κονδυλίων του ΕΣΠΑ. Πλέον έρχεται η Επιτροπή και προτείνει την αλλαγή του κανονισμού, προκειμένου να υπάρχει 95% χρηματοδότηση από την ευρωπαϊκή πλευρά και ταυτόχρονα προτείνει αυτό να επεκταθεί και για την Πορτογαλία και για όποιες χώρες είναι στο πρόγραμμα και το επιθυμούν, αλλά και ευρύτερα για χώρες που έχουν οικονομικά και διαρθρωτικά προβλήματα, όπως φερ’ ειπείν για τη Ρουμανία και την Ουγγαρία που επίσης ενδιαφέρονται.

Η χώρα μας πηγαίνει στην κρίσιμη διαπραγμάτευση της Κυριακής με ένα σαφές πλαίσιο αρχών και στόχων. Πρώτα από όλα για μια λύση συντεταγμένη και συλλογική, στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Λύση η οποία θα ενισχύει τη διακυβέρνηση της Ευρωζώνης και θα διασφαλίζει ταυτόχρονα τη σταθερότητα, την αλληλεγγύη, τη σύγκλιση και τους μηχανισμούς εκείνους για την ανάκαμψη και την ανάπτυξη της Ευρωζώνης. Λύση η οποία θα διασφαλίζει τις ανάγκες της χώρας μας τα επόμενα χρόνια, θα διασφαλίζει με τον καλύτερο τρόπο τη βιωσιμότητα του χρέους και την εξυπηρέτηση του χρέους, την αναπτυξιακή μας πορεία, που θα έρχεται να εγγυηθεί την ομαλότητα στο τραπεζικό σύστημα, αλλά για τη συνέχεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος, των καταθέσεων, που είναι ούτως ή άλλως εγγυημένες και τη ρευστότητα, πάνω από όλα, για να μπορέσει να κινηθεί η ελληνική οικονομία και φυσικά την εγγύηση των ασφαλιστικών μας ταμείων, που είναι κρίσιμο θέμα και το είχαμε διασφαλίσει και την 21η Ιουλίου.

Ερώτημα τρίτο, και κλείνω με αυτό, με ποιες προοπτικές αυτήν τη στιγμή βαδίζουμε στη συνάντηση στις 23 Οκτωβρίου και συνολικά. Είναι αλήθεια ότι βλέπουμε ακόμα να υπάρχει διγλωσσία πολλές φορές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να υπάρχει πολυφωνία, να υπάρχουν αντιφάσεις, και δεν είναι πάντα ορατές οι γέφυρες ανάμεσα στις διάφορες απόψεις προκειμένου να υπάρξει τελικά απόφαση, που θα είναι εφαρμόσιμη και αποτελεσματική. Όμως, εμείς είμαστε εδώ για να δώσουμε τη μάχη, πηγαίνοντας με ένα αίσθημα συγκρατημένης προσδοκίας και με γνώση της δυσκολίας των συσχετισμών. Αλλά, αυτή είναι η μάχη που οφείλουμε να δώσουμε και αυτή η μάχη κερδίζεται πρώτα από όλα στη χώρα μας. Κερδίζεται, και αυτή είναι και η απάντηση στον κόσμο που διαδηλώνει, δικαιολογημένα, αγωνιά, αγανακτεί, φοβάται και έχει ανασφάλεια, ότι όλη αυτή η προσπάθεια και οι θυσίες θα αποτυπωθούν σε μία διαπραγμάτευση που επιδιώκει να πετύχει το καλύτερο για τη χώρα μας. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να βρεθεί μια τέτοια λύση που να δώσει προοπτική αν είναι έξω από το σύστημα της Ευρωζώνης. Γιατί ξέρουμε πολύ καλά ότι μία τέτοια λύση, θα ήταν απλώς μία λύση για τους ξένους και ντόπιους κερδοσκόπους, που θα έρχονταν κυριολεκτικά για να ρημάξουν και να πάρουν κοψοχρονιά τη δημόσια περιουσία και να εκμεταλλευθούν την κρίση και τον πόνο αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα.

Συνεπώς, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σαφώς και είναι δύσκολη η διαπραγμάτευση, είναι δυσβάσταχτα και επώδυνα τα μέτρα που φέρνει αυτό το πολυνομοσχέδιο. Με απόλυτη συναίσθηση της ευθύνης μας απέναντι στον ελληνικό λαό, δίνουμε και αυτήν τη μάχη για να μπορέσουμε να φέρουμε ένα αποτέλεσμα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, που θα ανοίξει επιτέλους ένα σταθερό δρόμο προοπτικής και ανάκαμψης για τη χώρα μας.

βίντεο
16.12.2016 Ομιλία στην εκδήλωση Ecoleft για τις Διεθνείς εξελίξεις, την Ευρώπη και την Αριστερά
φωτογραφίες
18.04.2016 Ομιλία στην εκδήλωση της Ενωτική Κίνησης Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΕΚΕΑ), στο ξενοδοχείο «ΤΙΤΑΝΙΑ»