ομιλίες
19.10.2011

Ομιλία στη Βουλή σχετικά με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το νέο πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ε.Ε. 2014-2020.

Ομιλία στην κοινή συνεδρίαση των Διαρκών Επιτροπών Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων, Παραγωγής και Εμπορίου και της ειδικής Διαρκούς Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, σχετικά με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το νέο πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ε.Ε. 2014-2020

Η διαπραγμάτευση για το νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την περίοδο 2014-2020, είναι μία ιδιαίτερα κρίσιμη και σημαντική διαπραγμάτευση, τόσο για τη χώρα μας όσο συνολικά και για την Ευρώπη.

Διαπραγμάτευση, η οποία αποκτά ακόμα πιο κρίσιμες και σοβαρές διαστάσεις, καθώς είναι απόλυτα αλληλένδετη με τη σημερινή συγκυρία, με τη μεγάλη συζήτηση και διαπραγμάτευση που είναι σε εξέλιξη όσον αφορά στην αντιμετώπιση της κρίσης της Ευρωζώνης και την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας. Είναι μια διαπραγμάτευση η οποία σηματοδοτεί στρατηγικά την ίδια τη φυσιογνωμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όπως έχουμε ζήσει στα προηγούμενα χρόνια, φέτος μάλιστα συμπληρώνουμε τα 30 χρόνια που η Ελλάδα είναι πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βασικός μοχλός της θεσμικής και πολιτικής μετεξέλιξης της Ευρώπης ήταν πάντα η μεγάλη συζήτηση για τον Κοινοτικό Προϋπολογισμό, καθώς αποτυπώνει τον στρατηγικό προσανατολισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Να θυμίσω ότι στη δεκαετία του ΄80 αυτή η συζήτηση αποτυπώθηκε με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα και τη μάχη τότε του Ανδρέα Παπανδρέου στο τραπέζι του Συμβουλίου, όπως και το μέτωπο του Νότου που τότε συγκροτήθηκε.

Να θυμίσω ότι στη δεκαετία του ΄90 η πολιτική της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, των Διαρθρωτικών Ταμείων και των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης ήταν η μεγάλη κατάκτηση και αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να συγκροτηθεί η Ευρωπαϊκή Εσωτερική Αγορά και να λειτουργήσει η Ευρωζώνη και η ΟΝΕ. Πόσο επίκαιρη είναι αυτή η διάσταση σήμερα, σε μια περίοδο εσωστρέφειας, έλλειψης ή αδυναμίας συντεταγμένης πολιτικής βούλησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όσον αφορά στην αντιμετώπιση της κρίσης, στην ανάγκη αλληλεγγύης, αναπτυξιακής πορείας, ανάκαμψης και συνολικής στρατηγικής πρότασης για την Ευρωζώνη.

Ήδη η διαπραγμάτευση έχει δρομολογηθεί σε επίπεδο Συμβουλίου Υπουργών και θα καταλήξει όπως φαίνεται από το χρονοδιάγραμμα, επί Κυπριακής Προεδρίας, το Δεκέμβρη του 2012, σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δηλαδή σε επίπεδο Αρχηγών Κυβερνήσεων.

Ταυτόχρονα στα Ειδικά Συμβούλια θα γίνει συζήτηση για τις ειδικές πτυχές, δηλαδή για την πολιτική Συνοχής, την Κοινή Αγροτική Πολιτική, και τα ειδικά θέματα του προϋπολογισμού, ενώ αυτή τη φορά θα παίξει σημαντικό ρόλο η θέση των Εθνικών Κοινοβουλίων και φυσικά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεσμικά, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, έχει πλέον ρόλο συναπόφασης σε σχέση με αυτό το κρίσιμο θέμα, που θα καθορίσει τις πολιτικές που θα αναπτυχθούν και την χρηματοδότηση τους για την επόμενη κρίσιμη επταετία.

Τα Εθνικά Κοινοβούλια επίσης με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας είναι η πρώτη φορά που θα έχουν ενεργό ρόλο, θα διατυπώσουν προτάσεις και θα έχουν συνολική άποψη στη διαπραγμάτευση και στην εξέλιξή της. Άρα, να θεωρήσουμε ότι η σημερινή συζήτηση είναι ένας σταθμός σε αυτήν την αναγκαία ενημέρωση και συνεργασία, και σε τακτική βάση θα πρέπει να έχουμε αντίστοιχες συζητήσεις.

Την περασμένη εβδομάδα συζητήσαμε στο Υπουργικό Συμβούλιο γύρω από την στρατηγική της χώρας μας. Επειδή αφορά τις Περιφέρειες και τους κοινωνικούς φορείς, συμφωνήσαμε στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι θα πρέπει στο επόμενο διάστημα να γίνει μία εκτεταμένη δημόσια συζήτηση γύρω από όλα αυτά τα θέματα.

Η διαπραγμάτευση για τις νέες δημοσιονομικές προοπτικές, σε αυτή τη συγκυρία αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Πρώτα απ΄ όλα, γιατί σε περίοδο κρίσης, η συζήτηση αυτή είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την αναπτυξιακή στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τα Διαρθρωτικά Ταμεία, και το μέλλον των διαρθρωτικών πολιτικών, αφορά άμεσα τον αγροτικό κόσμο και τις Περιφέρειες της χώρας μας.

Η συζήτηση στην Ευρωζώνη επικεντρώνεται στη δημοσιονομική προσαρμογή, τις διαρθρωτικές αλλαγές, τη δημοσιονομική πειθαρχία κι όλες τις συστημικές ελλείψεις της ΟΝΕ. Η συζήτηση για τις δημοσιονομικές προοπτικές έρχεται να ανοίξει ένα παράθυρο ελπίδας, να εξισορροπήσει την Ευρωπαϊκή ημερήσια διάταξη. Γιατί, η Ευρώπη ούτε την ύφεση μπορεί να αντιμετωπίσει, και τα προβλήματα της κρίσης, αν παράλληλα και ταυτόχρονα δεν δώσει μία αξιόπιστη προοπτική στην αναπτυξιακή και κοινωνική πολιτική. Γι’ αυτό η διαπραγμάτευση αυτή είναι κρίσιμη και για τη χώρα μας και φυσικά για ολόκληρη την Ευρώπη.

Ταυτόχρονα, όμως, η κρίση διαμορφώνει ένα δύσκολο περιβάλλον στη διαπραγμάτευση για τις νέες δημοσιονομικές προοπτικές. Πρώτα απ΄ όλα, γιατί κυριαρχεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο μία περιοριστική λογική, όσον αφορά στους κοινοτικούς πόρους.

Θέλω να επισημάνω, ότι μέχρι και το 2000 ο Κοινοτικός Προϋπολογισμός συνεχώς αναπτυσσόταν και διευρυνόταν, παράλληλα και ανάλογα με την εκάστοτε διεύρυνση και τις νέες θεσμικές αρμοδιότητες που κατοχύρωνε η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Γιατί, ήταν κατανοητό ότι δεν μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να αυξάνει τις αρμοδιότητές της, να καλείται συνεχώς να χρηματοδοτεί προγράμματα και πρωτοβουλίες και να μην αυξάνονται παράλληλα οι ίδιοι πόροι και οι αντίστοιχες δαπάνες των Κοινοτικών πολιτικών.

Τι ζήσαμε όμως την τελευταία δεκαετία και μάλιστα ενώ πραγματοποιήθηκε η μεγάλη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την Κύπρο τη Μάλτα και τις Ανατολικές Χώρες; Στην πραγματικότητα από το 2000 και μετά σταμάτησε αυτή η αναπτυξιακή πορεία και η επεκτατική πολιτική, και είδαμε στην πράξη εσωστρέφεια, το lobby των έξι πληρωτών χωρών που λένε ότι «εμείς είμαστε καθαροί συνεισφορείς στον κοινοτικό προϋπολογισμό άρα ζητάμε τον περιορισμό των κοινοτικών δαπανών».

Τότε αναδείχθηκε όπως θα θυμόσαστε και η περίφημη θεωρία του «1%». Δηλαδή να μην ξεπεράσει ο Κοινοτικός Προϋπολογισμός στις δαπάνες το 1% του ΑΕΕ/ΕΕ.

Και αυτό αποτυπώνεται πολύ απλά, για να γίνει κατανοητό, στο ότι σήμερα ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 κρατών-μελών είναι παγωμένος, και μάλιστα βαίνει και ελαφρά μειούμενος, στα επίπεδα του κοινοτικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 15 κρατών-μελών. Ξεκινά λοιπόν η συζήτηση σε αυτόν τον συσχετισμό της περιοριστικής αντίληψης γύρω από τις δαπάνες.

Το δεύτερο θέμα, αφορά την επάρκεια των πόρων. Δηλαδή, αυτή τη στιγμή υπάρχει και λόγω της κρίσης και λόγω των χρηματοδοτήσεων που απαιτούνται προκειμένου να καλυφθούν και τα προγράμματα στήριξης, όπως της Ελλάδας, της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας, καθώς και οι εγγυήσεις συγχρηματοδότησης του EFSF και αργότερα του ESM, δηλαδή των μηχανισμών που συγκροτούνται, ανάγκη διασφάλισης πόρων για να χρηματοδοτηθεί η ανάπτυξη. Επιπλέον, βλέπουμε τα προβλήματα των τραπεζών και τις ανάγκες ανακεφαλαίωσης. Βλέπουμε επίσης λόγω της κρίσης, λόγω της ύφεσης, λόγω της μείωσης σε πολλές χώρες της φορολογητέας βάσης και ότι αυτό σημαίνει για το ΦΠΑ, να υπάρχει δυσκολία διασφάλισης πόρων.

Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προτείνει νέους ίδιους πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και θα επανέλθω σε αυτό, όπως επίσης τα επενδυτικά ευρωομόλογα, τα project bonds, τα οποία μαζί με τη δυνατότητα μόχλευσης κεφαλαίων και τις διάφορες δυνατότητες που ανοίγονται για την στήριξη αναπτυξιακών έργων και ιδιαίτερα μεγάλων διευρωπαϊκών δικτύων υποδομών.

Τρίτο χαρακτηριστικό της διαπραγμάτευσης πολύ κρίσιμο για την ελληνική γεωργία και την ελληνική ύπαιθρο: Σας θυμίζω ότι στην προηγούμενη μεγάλη διαπραγμάτευση, που ξεκίνησε το 2004 κι αφορούσε την τρέχουσα προγραμματική περίοδο, τότε ενόψει της μεγάλης διεύρυνσης με την Ανατολική Ευρώπη την Κύπρο και τη Μάλτα, είχε διασφαλιστεί εξαρχής ο προϋπολογισμός που αφορούσε την Κοινή Αγροτική Πολιτική. Δηλαδή, υπήρχε μία κατ΄ αρχήν συμφωνία των κρατών-μελών προ της διεύρυνσης και οι πιστώσεις της κοινής αγροτικής πολιτικής ήταν διασφαλισμένες.

Αντίθετα, σήμερα η συζήτηση για την κοινή αγροτική πολιτική ξεκινά με ανοικτή διαπραγμάτευση. Όλα αυτά σημαίνουν, αγαπητοί συνάδελφοι, ότι η διαπραγμάτευση θα είναι δύσκολη.

Είναι μία διαπραγμάτευση, στην οποία όλα τα ζητήματα είναι ανοικτά. Η πρόταση της Επιτροπής παρά τις επιμέρους διαφορετικές προσεγγίσεις μας μπορεί να χαρακτηριστεί ισόρροπη για τη συγκυρία που διανύουμε. Ταυτόχρονα, θα είναι μια σκληρή διαπραγμάτευση, γιατί στη συνολική συγκυρία της κρίσης γίνεται μία ευθεία προσπάθεια πέραν του περιορισμού των δαπανών, να εισαχθούν επιπλέον όροι μακροοικονομικοί στην πολιτική της συνοχής και στην υλοποίηση των διαρθρωτικών πολιτικών στο μέλλον.

Σε κάθε περίπτωση το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που πλέον έχει βαρύνοντα λόγο, είναι σύμμαχος. Είναι σύμμαχος για τις χώρες συνοχής, είναι σύμμαχος προκειμένου να μπορέσουμε να εξισορροπήσουμε αυτή τη συζήτηση σε μία σωστή αναπτυξιακή και κοινωνική βάση.

Δυο λόγια, όσον αφορά τις γενικές θέσεις με τις οποίες προσερχόμαστε. Πρώτα απ΄ όλα οφείλουμε να συνδέσουμε τη διαπραγμάτευση και την εθνική μας στρατηγική με δύο μεγάλα θέματα.

Να κάνουμε μία ειλικρινή αποτίμηση, για το πώς εφαρμόσθηκαν οι κοινοτικές πολιτικές στη χώρα μας μέχρι σήμερα. Η Ελλάδα επωφελήθηκε από τα Διαρθρωτικά Ταμεία, την Κοινή Αγροτική Πολιτική, τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης και το ΕΣΠΑ. Ταυτόχρονα, υπάρχει πλέον μια εμπειρία, σχετικά με τις δυσκολίες, τα προβλήματα, τις αδυναμίες, τη γραφειοκρατία, την ανάγκη απλούστευσης, την ανάγκη μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας.

Ήδη -κι αυτό είναι ιδιαίτερα επίκαιρο- επιδιώκουμε με τις άλλες χώρες της συνοχής, και μάλιστα με την Πορτογαλία και την Ιρλανδία που είναι επίσης σε πρόγραμμα, προκειμένου να υπάρξει μείωση της εθνικής συμμετοχής, στα προγράμματα της Συνοχής. Έχει σημασία ότι υπάρχει σχετική πρόβλεψη στον κανονισμό για τη Συνοχή που προτείνεται. Ένα κρίσιμο θέμα, όταν ξέρουμε τι προβλήματα δημιουργεί η ύφεση στη συμμετοχή των κρατών-μελών για την απορρόφηση των Κοινοτικών πόρων.

Πρέπει να δούμε πως λειτούργησαν θετικά, αλλά και τα προβλήματα από τις κοινοτικές πολιτικές, για να μπορέσουμε και να προετοιμαστούμε εγκαίρως και να προσαρμόσουμε και τις διαπραγματευτικές μας θέσεις σε αυτή την κατεύθυνση.

Το δεύτερο που είναι εξίσου κρίσιμο: Πρέπει η στρατηγική της διαπραγμάτευσής μας να συνδυαστεί με τη συνολική αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας. Αυτή τη στιγμή το κρίσιμο ζήτημα για την Ελλάδα δεν είναι απλώς να εξασφαλίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερους πόρους, που αυτό είναι αυτονόητο κι αυτή τη μάχη δίνουμε και θα δώσουμε.

Είναι αυτονόητο ότι δίνουμε μάχη να υπάρχουν οι ευρωπαϊκές πολιτικές, να έχουν επάρκεια πόρων και εμείς να εξασφαλίσουμε το μεγαλύτερο δυνατό κομμάτι στην τρέχουσα συγκυρία. Πρέπει όμως αγαπητοί συνάδελφοι να βάλουμε και ποιοτικά χαρακτηριστικά σε αυτήν τη διαπραγμάτευση.

Δηλαδή συζητώντας για την κοινή αγροτική πολιτική να δούμε ταυτόχρονα και το μέλλον της ελληνικής παραγωγής. Συζητώντας για την αναπτυξιακή προσπάθεια των Περιφερειών μας πέραν από τα ποσοτικά να θέτουμε και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, δηλαδή τα χαρακτηριστικά της αναπτυξιακής προσπάθειας που κάνουμε, ώστε αυτές οι πολιτικές να έχουν τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία.

Αυτή είναι μια μεγάλη συζήτηση, που δεν μπορεί να την εξαντλήσουμε σήμερα. Προτείνω μέσα στο Νοέμβριο, καθώς τώρα βγήκαν οι κανονισμοί της Συνοχής και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, να επαναλάβουμε αυτή τη συνεδρίαση με την παρουσία και των συναδέλφων Υπουργών του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και του Κώστα Σκανδαλίδη και να κάνουμε μία ουσιαστική συζήτηση συνδέοντας τη στρατηγική μας για τη διαπραγμάτευση με τη στρατηγική που έχουμε όσον αφορά στο αναπτυξιακό πρότυπο για τη χώρα μας και την έξοδο από την κρίση.

Δυο λόγια για τις συμμαχίες μας. Η προσπάθεια που έχουμε κάνει από τον περασμένο χρόνο και πρέπει να σας πω ότι έχει αποδώσει, ήταν να επανασυσπειρώσουμε, να δώσουμε νέα πνοή στο μέτωπο του Νότου και να το συνδέσουμε με το μέτωπο της Ανατολής.

Για να γίνω πιο σαφής, ξέρετε ότι αυτές τις μάχες παραδοσιακά τις δίναμε με τις χώρες του Νότου, με τις οποίες έχουμε κοινά συμφέροντα για τα θέματα της συνοχής και της κοινής αγροτικής πολιτικής. Αυτό το μέτωπο είχε ατονήσει τα τελευταία χρόνια, καθώς η κρίση είχε δημιουργήσει εσωστρέφεια.

Με τη συστηματική προσπάθεια που κι εμείς έχουμε κάνει ως Κυβέρνηση, έχουμε «ξαναβρεθεί» με την Πορτογαλία, και την Ισπανία. Συνέβαλαν σε αυτό φυσικά και τα κοινά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι χώρες μας με την κρίση.

Αναπτύξαμε μία στρατηγική γέφυρα με τις χώρες των Βαλκανίων και της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες, σε αντίθεση με το 2004 που μόλις είχαν μπει στην Ένωση και δεν είχαν ενταχθεί στη λογική των διαπραγματεύσεων, τώρα είναι χώρες της Συνοχής με σημαντικό βάρος στη διαπραγμάτευση.

Να αναφέρω χαρακτηριστικά την Πολωνία, που είναι μία από τις βασικές χώρες που ενδιαφέρονται για την κοινή αγροτική πολιτική, μεγάλη χώρα με μεγάλη επιρροή, η οποία έχει και την Προεδρία αυτή τη στιγμή.

Παρότι δεν ταυτιζόμαστε απόλυτα, γιατί κάθε χώρα έχει ιδιαιτερότητες και διαφορετικά προβλήματα, όμως έχουμε στρατηγική σύγκλιση και συμφωνούμε όσον αφορά στον βασικό προσανατολισμό της διαπραγμάτευσης.

Έχουμε συμφωνήσει στα βασικά. Δηλαδή, στην ανάγκη να κατοχυρώσουμε την κοινή αγροτική πολιτική, στην ανάγκη να κατοχυρωθούν και οι δύο πυλώνες της και ο εισοδηματικός που είναι κρίσιμος για μας, αλλά ταυτόχρονα να δοθεί και μία νέα πνοή στην ΚΑΠ να συνδεθεί με τις ευρύτερες αναπτυξιακές προσπάθειες που γίνονται σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Όπως επίσης και τη σημασία που έχει η πολιτική της συνοχής, όχι απλώς για ορισμένες χώρες, αλλά συνολικά για ολόκληρη την Ευρώπη, για όλες τις περιφέρειες, ως ένας βασικός μοχλός της αναπτυξιακής προσπάθειας προκειμένου να βγούμε από την κρίση.

Έχουμε ήδη κάνει τρεις υπουργικές συναντήσεις των 15 κρατών-μελών που συνιστούμε αυτό το κοινό μέτωπο, και βέβαια θα συνεχιστούν αυτές οι διεργασίες, απέναντι σε χώρες οι οποίες αρνούνται οποιαδήποτε συζήτηση και θέλουν και περαιτέρω μείωση των προτάσεων της Επιτροπής.

Ως προς τα βασικά σημεία της πρότασης: Όσον αφορά στη συνολική πρόταση για το πλαίσιο των νέων δημοσιονομικών προοπτικών 2014-2020, στις υποχρεώσεις είναι 1.025 δις ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε 1,05% του ΑΕΕ/ΕΕ και 972,2 δις στις πληρωμές που αντιστοιχεί στο 1% του ΑΕΕ/ΕΕ.

Η πραγματικότητα όμως είναι ότι στην επταετία θα μειωθούν οι δαπάνες, αν μείνουμε στην πρόταση της Επιτροπής στο 0,98%, δηλαδή υπάρχει μία φθίνουσα πορεία.

Εμείς λοιπόν υποστηρίζουμε ότι χρειάζεται να υπάρχει επάρκεια των πόρων του προϋπολογισμού. Δεν μπορούμε να δεχθούμε τη λογική ότι οι διαρθρωτικές πολιτικές, η πολιτική της συνοχής είναι σημαντική μόνον για τις χώρες της περιφέρειας, δεν είναι αλήθεια αυτό.

Από την Ενιαία Πράξη και σε όλες τις αναθεωρήσεις των Συνθηκών, η «Σύγκλιση» καταγράφεται ως απαραίτητη προϋπόθεση όχι απλώς για να υπάρξει η οικονομική και κοινωνική συνοχή και ανάπτυξη στις χώρες της περιφέρειας, αλλά για να μπορέσει να λειτουργήσει ομαλά η εσωτερική αγορά και η ΟΝΕ. Και πολύ περισσότερο σήμερα, σε μία περίοδο που χρειάζεται να δημιουργήσουμε όρους σταθερότητας και ανάκαμψης στην Ευρωζώνη.

Και βέβαια, υπάρχει υποκρισία από τις χώρες που θεωρούνται «πληρωτές», όταν ξέρουμε πολύ καλά ότι ένα μεγάλο μέρος των πόρων των διαρθρωτικών πολιτικών και της συνοχής επιστρέφει πίσω στις χώρες αυτές, είτε διότι μέσω των πολιτικών της συνοχής έχουμε αύξηση της ζήτησης στις χώρες της περιφέρειας και άρα των εισαγωγών, η περίφημη συζήτηση των πλεονασμάτων του Βορά και των ελλειμμάτων του Νότου. Είτε ευθέως, καθώς στα μεγάλα έργα υποδομών που χρηματοδοτούνται κυρίως από το Ταμείο Συνοχής κι από τις διαρθρωτικές πολιτικές, συμμετέχουν εταιρείες και επιχειρήσεις από αυτές τις χώρες, και επωφελούνται ιδιαίτερα από τα μεγάλα έργα που γίνονται στην περιφέρεια της Ευρώπης.

Υπάρχει όμως ένα θέμα, το οποίο είναι και θέμα αρχής, ως προς τις επιλογές που θα κάνουμε σε αυτή τη διαπραγμάτευση. Ο κοινοτικός προϋπολογισμός παραδοσιακά χρηματοδοτείται από τους «παραδοσιακούς πόρους», δηλαδή τους δασμούς από τα εισαγόμενα προϊόντα, τις εισφορές προϊόντων όπως η ζάχαρη και το ΦΠΑ.

Αυτό όμως είναι ένα καθεστώς ιδίων πόρων, το οποίο συνεχώς παρακμάζει και φθίνει. Είτε γιατί λόγω των διεθνών εμπορικών συμφωνιών μειώνονται συνεχώς οι δασμοί, είτε γιατί το ΦΠΑ όπως έχει εξελιχθεί δημιουργεί διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Έτσι έχει καταντήσει αυτή τη στιγμή το 85% της χρηματοδότησης του κοινοτικού προϋπολογισμού να γίνεται με ευθεία πληρωμή συνεισφορών από τα κράτη-μέλη.

Αυτό δεν είναι απλώς οικονομικό θέμα, είναι και πολιτικό θέμα, γιατί δημιουργεί την αίσθηση στα κράτη-μέλη ότι αφαιρούν από τους προϋπολογισμούς τους σε περίοδο κρίσης και έτσι αντιδρούν οι φορολογούμενοι στη Γερμανία, στη Σουηδία και σε άλλες χώρες.

Προκειμένου λοιπόν να θεραπευθεί αυτό το πρόβλημα, η πρόταση είναι σε θετική κατεύθυνση, ώστε να ξαναδούμε τους ίδιους πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δηλαδή, να αποκτήσει η Ευρώπη πραγματικούς ίδιους πόρους και να υπάρξει μία σταδιακή εναρμόνιση της φορολογίας στο πλαίσιο μιας ενισχυμένης οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης-.

Προτείνεται ο φόρος χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, που ξέρετε ότι είναι ένα θέμα που και εμείς έχουμε στηρίξει στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια και ένας νέος φόρος προστιθέμενης αξίας, ένας νέος ΦΠΑ σε μία πιο εναρμονισμένη ευρωπαϊκή βάση.

Έχουμε πάγια θέση εναντίον των επιστροφών –θυμάστε την Μάργκαρετ Θάτσερ που απαιτούσε τα χρήματά της πίσω.

Προτείνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μία μεταβατική διάταξη. Θα είναι από τα σημεία που σίγουρα θα βρούμε μπροστά μας στη διαπραγμάτευση. Προβλέπω, βέβαια, όταν θα φτάσουμε στο Δεκέμβρη του 2012 ότι θα είναι ένα σημείο του τελικού συμβιβασμού.

Κωδικοποιημένα δυο λόγια για την πολιτική της συνοχής. Η πρόταση σταθεροποιεί, με ελαφρά μείωση, τις πιστώσεις για τη συνοχή. Υπάρχουν δύο μεγάλες μάχες μπροστά μας. Η πρώτη είναι να μη μειωθούν οι πιστώσεις αυτές, γιατί τώρα είμαστε ακόμη στην αρχική πρόταση της Επιτροπής. Τώρα ξεκινά η διαπραγμάτευση με ισχυρή την τάση ορισμένων κρατών-μελών για περαιτέρω μείωση.

Και, το δεύτερο είναι οι προϋποθέσεις των πολιτικών της συνοχής. Γιατί, δεν αρκεί απλώς να υπάρχουν οι πιστώσεις, πρέπει να δούμε κάτω από ποιες προϋποθέσεις αυτές οι πιστώσεις θα αξιοποιούνται και πως θα ωφεληθούν οι Ελληνικές Περιφέρειες και οι γενικότεροι στόχοι της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής.

Η πρόταση προβλέπει σε 336 δις ευρώ, από 448,4 που ήταν σήμερα. Έχουμε λοιπόν για την Συνοχή στον συνολικό κοινοτικό προϋπολογισμό μία αναλογία σήμερα 32,8%, από το 35% που ήταν ως σήμερα. Άρα λοιπόν έχουμε μία ελαφρά μείωση, και η μάχη είναι να μην υπάρξει περαιτέρω μείωση.

Γίνεται σύνδεση των στόχων των Διαρθρωτικών Ταμείων και της Συνοχής με την Ατζέντα 2020, δηλαδή με τους στόχους που θέτει η αναπτυξιακή στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επόμενη επταετία. Αυτό κατ΄ αρχήν είναι κάτι λογικό και το υποστηρίζουμε. Η θέση μας όμως είναι ότι δεν μπορεί να είναι η αποκλειστική αυτή στόχευση.

Δηλαδή οι στόχοι της αναπτυξιακής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να προσανατολίζουν και τους στόχους της Συνοχής, αλλά θα πρέπει να συμπληρώνονται και να ολοκληρώνονται με τους παραδοσιακούς στόχους της αλληλεγγύης και της περιφερειακής ανάπτυξης, με την απαραίτητα ευελιξία για τις ανάγκες κάθε περιφέρειας της Ευρώπης, και την οικονομική και κοινωνική σύγκλιση και συνοχή εντός της Ε.Ε.

Δεύτερο μεγάλο θέμα, το οποίο θα αντιμετωπίσουμε σε αυτή τη συζήτηση: Επειδή στατιστικά πολλές από τις Περιφέρειες της χώρας μας -σήμερα δεν είμαι σε θέση να σας πω πόσες, γιατί μέχρι το τέλος του χρόνου θα έχουμε τα πλήρη στοιχεία από την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία- δεν θα είναι κάτω του 75%, προκειμένου να μπορούν να επωφελούνται από τον στόχο της σύγκλισης, τον πρώτο στόχο όσον αφορά τις πολιτικές της συνοχής.

Είναι σημαντικό κι αυτό οφείλεται και στη δική μας ενεργή συμμετοχή και διαπραγμάτευση, το ότι έρχεται εξαρχής η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και προτείνει μία ενδιάμεση κατηγορία για τις Περιφέρειες μεταξύ 75% με 90%, καθώς και για τις περιοχές που βγαίνουν στατιστικά τώρα από το στόχο σύγκλισης. Εμείς κάνουμε μια διπλή προσπάθεια να υπάρχει επάρκεια χρηματοδότησης σε αυτήν την ενδιάμεση κατηγορία, στην οποία πολλές Ελληνικές Περιφέρειες πλέον θα ενταχθούν, όπως επίσης και να διευρυνθεί με τα νησιά στο πλαίσιο της εδαφικής συνοχής.

Σε συμμαχία και με άλλες χώρες, κυρίως της Ανατολικής Ευρώπης, επιδιώκουμε να υπάρχει στην ενδιάμεση κατηγορία πρόβλεψη και για τις Περιφέρειες των πρωτευουσών που δοκιμάζονται από την κρίση, όπως η Αττική.

Όσον αφορά το Ταμείο Συνοχής, καθώς η Ελλάδα στατιστικά δεν είναι κάτω του 90%, θα χρειαστεί πολιτική διαπραγμάτευση για να διασφαλισθεί, όπως με το προηγούμενο της Ισπανίας, μια μεταβατική χρηματοδότηση. Άρα λοιπόν το Ταμείο Συνοχής είναι ένας στόχος πολιτικής διαπραγμάτευσης.

Ταυτόχρονα, έρχεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάτω από την πίεση της συγκυρίας και θέτει αυστηρούς κανόνες όσον αφορά στην εκταμίευση των πόρων της συνοχής.

Είναι αυτό που ονομάζεται «αιρεσιμότητα» και «ευρωπαϊκό αποθεματικό». Τι είναι αυτό με απλά λόγια: Αφ’ ενός προτείνεται να δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό αποθεματικό που να κατακρατάται ένα μέρος των πιστώσεων της συνοχής που θα απελευθερώνονται στις χώρες που θα έχουν την ταχύτερη επίδοση και απορρόφηση. Εμείς λέμε εντάξει να υπάρξει ένα αποθεματικό, προκρίνουμε όμως αυτό να είναι αποθεματικό επιδόσεων σε εθνικό επίπεδο, προκειμένου να υπάρξει στεγανοποίηση των πιστώσεων και να μην κινδυνεύουν να χάνουν πιστώσεις οι χώρες που έχουν προβλήματα αυτή τη στιγμή συγχρηματοδότησης, κρίσης, ύφεσης.

Το δεύτερο, που είναι κρίσιμο θέμα, αφορά στην μακροοικονομική αιρεσιμότητα (macroeconomic conditionality). Να σας θυμίσω ότι πρώτη φορά τέθηκε στο περσινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Οκτωβρίου, η Γερμανία είχε θέσει αυτό το ζήτημα. Με απλά λόγια: αν μια χώρα δεν είναι συνεπής στις μακροοικονομικές της υποχρεώσεις, δηλαδή στο έλλειμμα, στο χρέος, στην προσπάθεια των διαρθρωτικών της αλλαγών, σε οτιδήποτε αφορά το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, να έχει επιπτώσεις μετά ως ποινή, όσον αφορά στην εκταμίευση των πόρων της Συνοχής.

Εδώ αγαπητοί συνάδελφοι έχουμε πάρει μια ξεκάθαρη θέση. Την έχουμε ήδη εκφράσει στο Συμβούλιο. Πρέπει να σας πω ότι είμαστε αρκετές χώρες που δίνουμε αυτή τη μάχη και λέμε: Να υπάρχει σαφής έλεγχος και διαφάνεια στους πόρους της συνοχής. Ποιος το αρνείται αυτό. Κι εμάς θα μας βοηθήσει. Να υπάρξει ακόμα και αιρεσιμότητα επίδοσης. Δηλαδή να επιβραβεύεται μια χώρα εφ' όσον είναι συνεπής, εφ' όσον έχει ρυθμούς απορρόφησης. Αλλά, δεν μπορούμε να δεχτούμε για πάρα πολλούς λόγους τη μακροοικονομική αιρεσιμότητα.

Και οι λόγοι είναι σαφείς, πολιτικοί και οικονομικοί. Είναι τραγικό σε μια Ευρώπη που δοκιμάζεται από την κρίση, να έρχεται ο κοινοτικός προϋπολογισμός και να τιμωρεί στην πραγματικότητα, να ενισχύει το φαύλο κύκλο της κρίσης και της ύφεσης για τις χώρες που ήδη δοκιμάζονται.

Δηλαδή να έρχεται και να λέει ότι στις χώρες που ήδη έχουν έντονα δημοσιονομικά προβλήματα και δίνουν μάχη δημοσιονομικής προσαρμογής, τους κλείνουμε την κάνουλα των πιστώσεων που έρχονται να αντιμετωπίσουν την ύφεση, να στηρίξουν την αναπτυξιακή προσπάθεια και την κοινωνική συνοχή.

Αυτό είναι παράλογο οικονομικά, δε μπορούμε να το δεχθούμε. Τίθεται όμως κι ένα σοβαρότατο πολιτικό θέμα το οποίο πρέπει να σας πω ότι κι εγώ προσωπικά το έθεσα πριν δέκα ημέρες στο Συμβούλιο Υπουργών στο Λουξεμβούργο. Μπαίνει ένα θέμα θεσμικής ανισότητας.

Δηλαδή, με τις χώρες της ευρωζώνης οι οποίες δεν είναι χώρες της συνοχής, και οι οποίες μπορεί αύριο να παραβιάσουν για κάποιο λόγο το Σύμφωνο Σταθερότητας της ΟΝΕ, όπως είδαμε στο παρελθόν να γίνεται, γιατί σας θυμίζω ότι οι πρώτες χώρες που παραβίασαν το Σύμφωνο της ΟΝΕ ήταν η Γερμανία και η Γαλλία τη δεκαετία που μας πέρασε. Τίθενται επιπλέον όροι τιμωρίας για τις χώρες της συνοχής. Έτσι δεν έχουμε ισότιμη μεταχείριση των χωρών της ευρωζώνης;

Στο πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης, έχουν αποφασισθεί κυρώσεις συνολικά για τις χώρες της ευρωζώνης με όρους ισοτιμίας. Δεν μπορούμε όμως να δεχτούμε ούτε για πολιτικούς ούτε για οικονομικούς λόγους και πολύ περισσότερο για λόγους αρχής, επιπλέον αιρεσιμότητα, η οποία αφορά τις χώρες της περιφέρειας της Ευρώπης. Σε αυτό είμαστε σαφείς.

Δυο λόγια τώρα για το Κοινωνικό Ταμείο και την Κοινή Αγροτική Πολιτική. Υπήρχε μια μεγάλη συζήτηση για το Κοινωνικό Ταμείο, να βγει εκτός Διαρθρωτικών Ταμείων. Πρέπει να σας πω ότι ήμασταν με τις χώρες εκείνες που δώσαμε μάχη προκειμένου το Κοινωνικό Ταμείο να παραμείνει μέσα στα Διαρθρωτικά Ταμεία. Αυτό επετεύχθη. Τώρα η Επιτροπή προτείνει, αφ’ ενός 84 δις για τις πολιτικές του Κοινωνικού Ταμείου και επίσης ένα ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής του Κοινωνικού Ταμείου ανάλογα με το ΑΕΕ των Περιφερειών. Αυτό δημιουργεί προβληματισμό και είναι ένα από τα θέματα που θα τα δούμε στη διαπραγμάτευση. Σε περίοδο κρίσης και ύφεσης πρέπει να υπάρχει εθνική ευελιξία, καθώς το Κοινωνικό Ταμείο έρχεται να στηρίξει τις πολιτικές για την απασχόληση, και τα κρίσιμα κοινωνικά θέματα.

Η Κοινή Αγροτική Πολιτική σε σταθερές τιμές του 2011 έχει μια μείωση κατά 11,4% αλλά είναι σταθερός ο προϋπολογισμός της στα ποσά του 2013. Στον πυλώνα 1 που είναι οι άμεσες ενισχύσεις, έχουμε 317,2 δις, στον πυλώνα 2 που είναι η αγροτική ανάπτυξη, 101,2 δις, και 6,7 δις προβλέπονται εκτός δημοσιονομικού πλαισίου για δράσεις αγροτικού ενδιαφέροντος.

Είναι σημαντικό ότι κατοχυρώνονται οι άμεσες ενισχύσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κρίσης για τους αγρότες μας. Τίθεται οριζόντια η διάσταση της Αειφόρου Ανάπτυξης στη γεωργία, κάτι που πρέπει να το δούμε δημιουργικά, αλλά έχει σημασία πώς θα εφαρμοστεί. Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα για πρώτη φορά χρηματοδότησης από το Ταμείο της Παγκοσμιοποίησης για τους αγρότες. Αυτές οι πολιτικές θα πρέπει να εξασφαλίζουν στήριξη του αγροτικού εισοδήματος και την ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής και της υπαίθρου στις νέες συνθήκες.

Κλείνοντας, υπάρχει μια σημαντική αύξηση κατά 62% στον τομέα εσωτερικών και δικαστικών υποθέσεων, αυτό είναι σημαντικό γιατί από εκεί χρηματοδοτούνται οι πολιτικές για τη φύλαξη των συνόρων, για την ενσωμάτωση των μεταναστών και όλα αυτά τα κρίσιμα θέματα για τη χώρα μας.

Υπάρχει σημαντική αύξηση για την εκπαίδευση, την κατάρτιση και την έρευνα, όπως επίσης προβλέπεται μια σημαντική οριζόντια περιβαλλοντική συνιστώσα σε όλες τις πολιτικές, του κοινοτικού προϋπολογισμού. Αυτό το στηρίζουμε, αλλά πρέπει να δούμε σε κάθε περίπτωση πώς αποτυπώνεται και εφαρμόζεται.

Η μάχη που θα δώσουμε στην κρίσιμη αυτή διαπραγμάτευση είναι αλληλένδετη με τη συνολική Ευρωπαϊκή μάχη για την προοπτική και τη σταθερότητα της ευρωζώνης και την έξοδο από την κρίση, και φυσικά, με τη μεγάλη μάχη για να ορθοποδήσει η χώρα μας, να διασφαλίσει εκείνες τις πολιτικές και τις πιστώσεις που θα της επιτρέψουν να αντιμετωπίσει την ύφεση και να ανοίξει ξανά το δρόμο για την ανάκαμψη και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

βίντεο
16.12.2016 Ομιλία στην εκδήλωση Ecoleft για τις Διεθνείς εξελίξεις, την Ευρώπη και την Αριστερά
φωτογραφίες
18.04.2016 Ομιλία στην εκδήλωση της Ενωτική Κίνησης Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΕΚΕΑ), στο ξενοδοχείο «ΤΙΤΑΝΙΑ»